Saturday, June 18, 2016

Blame who? For what?

Σαν να είχε το πηγάδι μπροστά της,μα το μισό της σώμα ήταν ριζωμένο σε ένα καιόμενο χώμα,απο επιλογή. Σαν να είχε φυτέψει και περιποιηθεί τα ίδια τα αγκάθια τα οποία την εμπόδιζαν να ξεδιψάσει. Δεν ήταν τριαντάφυλλα,η απαλότητα και η γαλήνη τους δεν φένονταν πουθενά. Ήταν κάποια παρόμοιά τους,αλλά ήτανε ξερά,η δίψα και η αφυδάτωση κατέκλυε όλο το μέρος. Έβρεχε,οι σταγόνες ήταν υφαιστιακές,άλλοι το λεν λάβα,αλλά δεν υπήρχε υφαίστιο κατάγυρα. Βρισκόταν σε ένα κάμπο,το πεδίο ήταν σκουρόχρωμο,ακόμη και τα δέντρα άφηναν υπονοούμενα απειλής. Το πετρόκτιστο περίφραγμα θύμιζε έναν παλιότοιχο γεμάτο ουλές και κραυγές. Τρόμος. Έξω απο τον εφιαλτικό λαβύρινθο αυτό,ήταν ηλιόλουστα,αλλά η ίδια ήταν λάτρεις των αινιγμάτων και των μυστηρίων. Το αδιέξοδο της παρούσας κατάστασης,δεν άφηνε να νοηθεί καμιά ελπίδα σωτηρίας. Η θετικότητα την έβλεπε απο μακριά,κλειδωμένη απ'έξω και έμοιαζε σαν βρεγμένο,παρατημένο σκυλί που περίμενε στην εξώπορτα του σπιτιού του. Με ποια θεία δύναμη να ελπίζεις όταν αλυσοδένεσαι μπροστά απο την όασή σου,τυφλωμένος απο την οργή της κατάντιας σου;